Η Νάπολη

Η Νάπολη (ιταλικά Napoli, Ναπολιτάνικα: Napule, Λατινικά: Neapolis, Αρχαία Ελληνικά: Νεάπολις, δηλαδή «νέα πόλη») είναι Πρωτεύουσα της περιφέρειας της Καμπανίας, και η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ιταλίας μετά τη Ρώμη και το Μιλάνο. Το 2017 περίπου 967.069 άνθρωποι κατοικούσαν εντός των διοικητικών συνόρων της πόλης, ενώ σε επίπεδο περιφέρειας οι κάτοικοι ανέρχονταν στους 3.115.320. Η αστική της ζώνη συνεχούς δόµησης (η οποία εκτείνεται πέρα από τα όρια της Μητροπολιτικής Πόλης της Νάπολης) είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ιταλία μετά από αυτή του Μιλάνο καθώς και μία από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις στην Τυρρηνική θάλασσα ( η οποία είναι τμήμα της Μεσογείου) με πληθυσμό που ανέρχεται στα 4,4 με 5,3 εκατομμύρια.

Έχοντας αποικηθεί αρχικά από Έλληνες τη 2η χιλιετία πΧ, η Νάπολη είναι μία από τις παλαιότερες και συνεχώς κατοικημένες αστικές περιοχές στον κόσμο.

Έχει την τρίτη ισχυρότερη οικονομία πόλης στην Ιταλία, μετά το Μιλάνο και τη Ρώμη, ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα σπουδαιότερα στην Ευρώπη.

Το ιστορικό κέντρο της Νάπολης είναι το μεγαλύτερο στην Ευρώπη και έχει καταγραφεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς καθώς στην περιοχή υπάρχει πληθώρα σημαντικών πολιτισμικών και ιστορικών χώρων συμπεριλαμβανομένου του Ανάκτορου της Καζέρτας καθώς και των Ρωμαϊκών ερειπίων της Πομπηίας και του Ερκουλάνουμ. Η πόλη φημίζεται για τις φυσικές της ομορφιές (Ποσιλίπο, Φλεγραία Πεδία, Νησίδα, Βεζούβιος) οι οποίες συγκρίνονται μόνο με εκείνες του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Γαστρονομικά η πόλη είναι συνώνυμη με την πίτσα που επινοήθηκε εδώ, η κουζίνα της όμως περιλαμβάνει και άλλα πολλά και λιγότερο γνωστά πιάτα και είναι η Ιταλική πόλη με τα περισσότερα εστιατόρια τα οποία έχουν βραβευτεί με αστέρια Michelin.

Ο δημοφιλέστερος αθλητικός σύλλογος της Νάπολης είναι η ομάδα της Σέριε Α ΣΣΚ Νάπολι, διπλή πρωταθλήτρια Ιταλίας, η οποία αγωνίζεται στο στάδιο Σαν Πάολο στο νοτιοδυτικό μέρος της πόλης.

Τα 2.800 έτη ιστορίας της έχουν αφήσει στην πόλη πολυάριθμα ιστορικά κτήρια και μνημεία από μεσαιωνικά κάστρα έως κλασσικά ερείπια. Από αρχιτεκτονικής άποψης στην Νάπολη κυριαρχούν το Μεσαιωνικό, το Αναγεννησιακό και το Μπαρόκ στυλ. Το ιστορικό της κέντρο έχει καταγραφεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Η Νάπολη αριθμεί 448 ιστορικές εκκλησίες (1000 συνολικά) γεγονός που την καθιστά μία από τις καθολικότερες πόλεις στον κόσμο τουλάχιστον σε ότι αφορά τον αριθμό των τόπων λατρείας.

Γεμάτη με μεσαιωνικά, μπαρόκ και αναγεννησιακά μνημεία, εκκλησίες, κάστρα και παλάτια, η Νάπολη κατείχε πάντα κεντρική θέση στον χώρο των τεχνών και της αρχιτεκτονικής, Τον 18ο αιώνα, έκανε μία στροφή στον νεοκλασικισμό, μετά την σημαντική ανακάλυψη των ακέραιων Ρωμαϊκών ερειπίων της Πομπηίας και του Ερκουλάνουμ.

Η Νάπολη φημίζεται διεθνώς για τα κρασιά και την κουζίνα της, η οποία αντλεί επιρροές από τους πολυάριθμους πολιτισμούς των λαών που την κατοίκησαν κατά τη διάρκεια της ιστορίας της, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων, των Ισπανών και των Γάλλων. Η ναπολιτάνικη κουζίνα απέκτησε τη δική της διακριτή μορφή τον 18ο αιώνα. Τα συστατικά της είναι πλούσια σε γεύση, παραμένοντας προσιτά στο γενικό πληθυσμό.

Η Νάπολη θεωρείται παραδοσιακά ως η πατρίδα της πίτσας. Αρχικά η πίτσα θεωρούνταν φαγητό των φτωχών όμως στα χρόνια του Φερδινάντου του IV η δημοφιλία της επεκτάθηκε και στις ανώτερες τάξεις: ως γνωστόν, η πίτσα Μαργαρίτα ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της Βασίλισσας Μαργαρίτας του Σαβόι, μετά από την επίσκεψη της τελευταίας στην πόλη. Παραδοσιακά, η πίτσα ψήνεται σε ξυλόφουρνο ενώ από το 2004, τα συστατικά της ρυθμίζονται αυστηρά από τη νομοθεσία και πρέπει να περιλαμβάνουν μαλακό αλεύρι τύπου «00» με πιθανή προσθήκη αλεύρου τύπου «0», μαγιά μπίρας, φυσικό πόσιμο νερό, αποφλοιωμένες τομάτες ή/και νωπά ντοματάκια, θαλάσσιο ή μαγειρικό αλάτι, εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.

Τα σπαγγέτι είναι επίσης συνδεδεμένα με την πόλη και καταναλώνονται συνήθως συνοδευόμενα από σάλτσα ραγού: ένα δημοφιλές Ναπολιτανικό λαογραφικό σύμβολο είναι η κωμική φιγούρα της Πουλτσινέλα η οποία τρώει ένα πιάτο σπαγγέτι. Άλλα δημοφιλή πιάτα στη Νάπολη είναι οι μελιτζάνες με παρμεζάνα (Parmigiana di melanzane), το σπαγγέτι alle vongole και το καζατιέλο (casatiello). Ως παραλιακή πόλη, η Νάπολη φημίζεται ακόμη για τα πολυάριθμα πιάτα θαλασσινών, όπως τα impepata di cozze (πιπεράτα μύδια), purpetiello affogato (χταπόδι ποσέ σε ζωμό), alici marinate (μαριναρισμένος γαύρος), baccalà alla napoletana (αλμυρός μπακαλιάρος) και baccalà fritto (τηγανιτός μπακαλιάρος), ένα πιάτο που καταναλώνεται συνήθως κατά τη περίοδο των Χριστουγέννων.

Ξακουστή είναι επίσης και για τα γλυκά της, συμπεριλαμβανομένων των πολύχρωμων gelato, που θυμίζουν παγωτά αλλά έχουν πιο φρουτώδη γεύση. Άλλα διάσημα γλυκά είναι τα zeppole (ένα είδος τηγανίτας που είναι γνωστότερο ως “‘a Pasta Cresciuta” και “‘e fFritt’ ‘e Viento”), οι μπαμπάδες (babà), τα σφολιατοειδή γλυκά (sfogliatelle) και η παστιέρα (pastiera), ένα γλυκό που καταναλώνεται κυρίως την περίοδο των Χριστουγέννων. Φημισμένος είναι ακόμη και ο ναπολιτάνικος καφές. Το παραδοσιακό ναπολιτάνικο cuccuma ή cuccumella, ένα μπρίκι με κάλυμμα και σωλήνα εκροής ήταν η βάση για την εφεύρεση της μηχανής εσπρέσο ενώ ενέπνευσε επίσης το μπρίκι τύπου Moka pot.

Τα οινοποιεία στην περιοχή του Βεζούβιου παράγουν κρασιά όπως το Lacryma Christi (τα δάκρυα του Χριστού) και το Terzigno. Η Νάπολη είναι ακόμη η πατρίδα του λιμοντσέλο, του διάσημου λικέρ λεμονιού. Η διατροφική αξία της ναπολιτάνικης κουζίνας αποκαλύφθηκε ήδη από τη δεκαετία του 50 από τον Αμερικανό επιδημιολόγο Ancel Keys, ενώ έκτοτε οι επιδημιολόγοι αναφέρονται συχνά στην κουζίνα αυτή ως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα της Μεσογειακής διατροφής.

Η Νάπολη είχε ανέκαθεν σημαντική επιρροή στον ιταλικό κινηματογράφο. Λόγω της σημασίας της πόλης πολλές κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές διαδραματίζονται (πλήρως ή εν μέρει) στην Νάπολη. Πέραν του ότι αποτελεί το σκηνικό για διάφορες ταινίες και σειρές, η Νάπολη είναι η πόλη από την οποία προέρχονται πολλοί ταλαντούχοι διάσημοι (ηθοποιοί, σκηνοθέτες και παραγωγοί).

Επιπλέον, από εκεί προέρχονται διάφορα πρώιμα αριστουργήματα του Ιταλικού κινηματογράφου. Η Assunta Spina (1915) είναι μία βωβή ταινία το σενάριο της οποίας βασίζεται σε ένα θεατρικό δράμα του ναπολιτάνου συγγραφέα Salvatore Di Giacomo. Την ταινία σκηνοθέτησε ο ναπολιτάνος Gustavo Serena, ο οποίος πρωταγωνίστησε το έτος 1912 στην ταινία Ρωμαίος και Ιουλιέτα.

Οι παρακάτω είναι μερικοί μόνο από τους ηθοποιούς, σκηνοθέτες και συγγραφείς που γεννήθηκαν στη Νάπολη:

Valeria Golino: ηθοποιός, Ο άνθρωπος της βροχής (Rain Man) (1988)

Paolo Sorrentino: σκηνοθέτης, Η Τέλεια Ομορφιά (La grande bellezza) (2014)

Bud Spencer: ηθοποιός, They Call Me Trinity (1970), Trinity is STILL My Name! (1971)

Federico Castelluccio: ηθοποιός, The Sopranos (2000–2002), The Pink Panther 2 (2009), The Decoy Bride (2011)

Alessandra Mastronardi: ηθοποιός, Στη Ρώμη με Αγάπη (To Rome with Love) (2012)

Stephen Spinella: ηθοποιός, Milk (2008), Lincoln (2012)

 

Η λίστα με τις πιο γνωστές ταινίες που διαδραματίζονται (πλήρως ή εν μέρει) στη Νάπολη περιλαμβάνει τις παρακάτω:

Shoeshine (1946), σκηνοθέτης ο ναπολιτάνος Vittorio De Sica

Τα Χέρια Πάνω από την Πόλη (Hands Over the City) (1963), σκηνοθέτης ο ναπολιτάνος Francesco Rosi

Ταξίδι στην Ιταλία (Journey to Italy) (1954), σκηνοθέτης ο Roberto Rossellini

Γάμος Αλά Ιταλικά (Marriage Italian Style) (1964), σκηνοθέτης ο ναπολιτάνος Vittorio De Sica

It Started in Naples (1960), σκηνοθέτης ο Melville Shavelson

Οι πιο ξακουστές κωμωδίες που διαδραματίζονται στη Νάπολη περιλαμβάνουν το Ieri, Oggi e Domani” (Χτες, Σήμερα και Αύριο) του Vittorio De Sica, με πρωταγωνιστές τους Sophia Loren και Marcello Mastroianni, το Adelina of Naples (ταινία η οποία έχει κερδίσει Oscar), το It Started in Naples, το Ερωτική Πολιορκία (L’oro di Napoli) του Vittorio De Sica και πάλι, δραματικές ταινίες όπως το Άρωμα γυναίκας του Dino Risi, πολεμικές ταινίες όπως το The four days of Naples από τον Σαρδηνό σκηνοθέτη Nanni Loy, μιούζικαλ όπως το Zappatore, το οποίο πήρε το όνομά του από το ομώνυμο τραγούδι του Libero Bovio με κεντρικό τραγουδιστή και πρωταγωνιστή τον Mario Merola, πολεμικές ταινίες όπως το Il Camorrista με τον Ben Gazzara στο ρόλο του διαβόητου αρχηγού της Καμόρα Raffaele Cutolo, καθώς και ιστορικές ταινίες όπως το That Hamilton Woman με πρωταγωνιστές τους Vivien Leigh και Laurence Olivier.

Στις σύγχρονες ναπολιτάνικες ταινίες περιλαμβάνεται το Ricomincio da tre, μία ταινία που εξιστορεί τις περιπέτειες ενός νεαρού μετανάστη στα τέλη του 20ου αιώνα. Η ταινία του 2008 Γόμορρα (Gomorrah) βασισμένη σε βιβλίο του Roberto Saviano εξερευνά τη σκοτεινή πλευρά της πόλης της Νάπολης μέσα από πέντε ιστορίες για το πανίσχυρο ναπολιτάνικο συνδικάτο του εγκλήματος, την Καμόρα.

Επιπλέον, η Νάπολη έχει εμφανιστεί σε επεισόδια σειρών, όπως για παράδειγμα σε επεισόδιο των Σοπράνος και στην σειρά του 1998 Κόμης Μόντε Κρίστο με πρωταγωνιστή τον Gérard Depardieu.

Σημαντικός ήταν ο ρόλος της πόλης και στην ανάπτυξη της κλασικής μουσικής στην Δυτική Ευρώπη για περισσότερους από τέσσερις αιώνες. Τα πρώτα ωδεία ιδρύθηκαν όσο η πόλη βρισκόταν υπό τον ισπανικό ζυγό κατά τον 16ο αιώνα. Το ωδείο San Pietro a Majella το οποίο ιδρύθηκε το 1926 από τον Francesco I του Bourbon εξακολουθεί να λειτουργεί σήμερα ως ένα αναγνωρισμένου κύρους κέντρο εκπαίδευσης και μουσείο μουσικής.

Κατά την ύστερη περίοδο Μπαρόκ, ο Alessandro Scarlatti, πατέρας του Domenico Scarlatti ίδρυσε το ναπολιτάνικο σχολείο όπερας με σοβαρή θεματολογία (opera seria), κάτι καινοτόμο για την εποχή (148). Ένα άλλο είδος όπερας που αναπτύχθηκε στη Νάπολη είναι η opera buffa, όπερα με κωμική θεματολογία, η οποία συνδέεται στενά με τους Battista Pergolesi και Puccinni. Οι μετέπειτα συντελεστές του είδους περιλαμβάνουν τους Rossini και Wolfgang Amadeus Mozart.(149). Κατασκευασμένο το 1737, το Teatro di San Carlo, είναι το παλιότερο θέατρο στην Ευρώπη και παραμένει το οπερατικό κέντρο της Νάπολης.

Η πρώτη κιθάρα με έξι χορδές, η οποία ήμερα είναι γνωστή ως κλασσική κιθάρα, δημιουργήθηκε από τον ναπολιτάνο Gaetano Vinaccia το 1779. Η οικογένεια Vinaccia εφηύρε επίσης το μαντολίνο. Επηρεασμένοι από τους Ισπανούς, οι Ναπολιτάνοι έγιναν πρωτοπόροι της κλασικής κιθάρας με κύριους εκφραστές τους Ferdinando Carulli και Mauro Giuliani. Ο Giuliani, ο οποίος αν και καταγόταν από την Απουλία, έζησε και εργάστηκε στη Νάπολη, θεωρείται ευρέως ως ένας από τους σπουδαιότερους μουσικούς και συνθέτες του 19ου αιώνα μαζί με τον καταλανό σύγχρονό του Fernando Sor. Ένας ακόμη σπουδαίος ναπολιτάνος μουσικός ήταν ο τραγουδιστής της όπερας, Enrico Caruso, ο οποίος θεωρείται ο σπουδαιότερος τενόρος που υπήρξε ποτέ: στη Νάπολη θεωρούνταν ως το παιδί του λαού, καθώς προερχόταν από την εργατική τάξη.

Ο πιο διάσημος παραδοσιακός χορός στην νότιο Ιταλία και τη Νάπολη είναι η ταραντέλα, η οποία προέρχεται από την περιοχή της Απουλίας και διαδόθηκε σχεδόν σε όλο το Βασίλειο των Δύο Σικελιών. Η ναπολιτάνικη ταραντέλα είναι ένας ερωτικός χορός με χαρακτηριστικούς ρυθμούς, μελωδίες, χειρονομίες και τραγούδια που χαρακτηρίζεται από γρήγορη και χαρούμενη μουσική.

Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο της δημοφιλούς ναπολιτάνικης μουσικής είναι το ορχηστρικό στυλ μουσικής καντσόνε, και ειδικά η παραδοσιακή μουσική της πόλης, με ρεπερτόριο που απαριθμεί εκατοντάδες δημοτικά τραγούδια, μερικά από τα οποία χρονολογούνται στον 13ο αιώνα. Το είδος αυτό καθιερώθηκε ως επίσημος θεσμός το 1835 με την εισαγωγή του ετήσιου διαγωνισμού τραγουδιού του φεστιβάλ Piedigrotta. Μερικοί από τους γνωστότερους καλλιτέχνες στο είδος αυτό είναι οι Roberto Murolo, Sergio Bruni και Renato Carosone. Παρότι υπάρχουν και άλλα διάσημα ρεύματα μουσικής στη Νάπολη, αυτά δεν κατάφεραν να εξαπλωθούν πέρα από τα σύνορα της πόλης. Αξίζει να γίνει αναφορά στο cantautore (τραγουδιστής- τραγουδοποιός) και στο sceneggiata το οποίο μπορεί να περιγραφεί ως μία μουσική σαπουνόπερα, με γνωστότερο εκφραστή τον Mario Merola.

Βεζούβιος

Ο Βεζούβιος είναι βουνό-ηφαίστειο στις δυτικές ακτές της Ιταλίας και σε απόσταση 12 χλμ. από τη Νάπολη. Μέχρι το 79 μ.Χ., το θεωρούσαν ένα απλό βουνό.

Η πρώτη έκρηξη του Βεζούβιου σύμφωνα με τους ιστορικούς, που κατάστρεψε ολοκληρωτικά και εξαφάνισε μέσα στη λάβα, τρεις μεγάλες πόλεις: την Πομπηία, το Ηράκλειο (σημερινό Ερκολάνο) και τις Σταβίες, έγινε το 79 μ.Χ.

Άλλες μεγάλες εκρήξεις καταγράφηκαν το 1794, το 1872 και το 1906, που προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές και θανάτους πολλών ανθρώπων. Σήμερα, οι περιοχές γύρω από τον Βεζούβιο είναι ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένες, παρά τον κίνδυνο που γνωρίζουν ότι διατρέχουν οι κάτοικοι, καθώς το ηφαιστειογενές έδαφος του βουνού είναι ιδιαίτερα εύφορο.

Τη μορφή και την διαμόρφωση που έχει σήμερα ο Βεζούβιος την πήρε μετά από την έκρηξη του 79 μ.Χ. Αν και οι διάφορες εκρήξεις που έγιναν αργότερα προξένησαν μερικές μεταβολές στην όψη του. Έχει τρεις κορυφές: Την Σόμμα βόρεια, τον καθαυτό Βεζούβιο νότια και το Οτταγιάνο ανάμεσα. Σήμερα, ο καθαυτό Βεζούβιος έχει περιφέρεια βάσης 45 χιλιόμετρα και η διάμετρος του κρατήρα του είναι 570 μέτρα περίπου.

Το ύψος του μεταβάλλεται μετά από κάθε ισχυρή έκρηξη και είναι σήμερα 1.180 μέτρα. Οι πλαγιές του βουνού είναι κατάφυτες από κήπους και αγρούς μέχρι ένα ορισμένο ύψος. Ιδιαίτερα ευδοκιμούν τα αμπέλια από αρχαιότατα χρόνια. Τα κρασιά του Βεζούβιου τα εκτιμούσαν ιδιαίτερα από τη Ρωμαϊκή εποχή και είναι περιζήτητο το θαυμάσιο κρασί «Λάκριμα Κρίστι» (Δάκρυα του Χριστού).